λογχηφόρος Save LSJ Pape λογχ-ηφόρος, ον, = λογχοφόρος, Sch.rec. A. Pers. 147. λογχηφόρος, = λογχοφόρος, Schol. Aesch. Pers. 147 ; s. Lobeck Phryn. 636.