λοιδορημάτιον
λοιδορημάτιον, taunt
λοιδορ-ημάτιον, τό, Dim. of foreg., Ar. Fr. 90.
λοιδορημά̆τιον -ου, τό [λοιδόρημα ] a small insult Aristoph. fr. 92.
λοιδορημάτιον, ου (τὸ) [ᾰ] petite injure, Ar. fr. 64.
Étym. dim. du préc.
λοιδορημάτιον, τό, dim. zu λοιδόρημα, Ar. frg. 64.