λοιδορησμός
λοιδορησμός, railing, abuse
λοιδορ-ησμός, ὁ,
- = λοιδορία, Ar. Ra. 758.
λοιδορησμός -οῦ, ὁ [λοιδορέω ] Aristoph. Ran. 758, see λοιδόρησις.
λοιδορησμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Ar. Ran. 758.
λοιδορησμός, ὁ, das Schmähen, Ar. Ran. 757.
λοιδορησμός, οῦ,
= λοιδορία, Ar.