Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λοιμία
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λοιβάω
λοιβεῖον
λοιβή
λοιβίς
λοιγαῖος
λοιγέω
λοιγήεις
λοιγής
λοίγιος
λοιγίστρια
λοιγολαμπής
λοιγός
λοιγωντίαν
λοιγωπός
λοιδορέω
λοιδόρημα
λοιδορημάτιον
λοιδόρησις
λοιδορησμός
λοιδορητέον
λοιδορητικός
λοιδορία
λοιδορικός
λοιδορισμός
λοιδοριστής
λοίδορος
λοιδόρως
λοίθον
λοιμεύομαι
λοίμη
λοιμία
λοιμίη
λοιμικός
λοιμικῶς
λοίμιος
λοιμοποιός
λοιμός
λοιμότης
λοιμοφόρος
λοιμώδης
λοιμώσσω
λοιμώττω
λοιπαδάριον
λοιπαδάριος
λοιπάδιος
λοίπαδος
λοιπάζομαι
λοιπάζω
λοιπάς
λοιπασμός
λοίπημα
λοιπογραφέω
λοιπογραφή
λοιπογραφία
λοιπός
λοισθεύς
λοισθήϊος
λοίσθημα
λοίσθιος
λοῖσθος
λοίσθων
…
λοιμία
Save
Bailly 2024
*λοιμία,
ion.
λοιμίη,
ης
(
ἡ
)
peste,
Hpc.
28, 22
dout.
Étym.
λοιμός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}