λυροφοινίκιον Save Brill-Montanari Pape λῠροφοινίκιον -ου, τό [λυροφοῖνιξ] a small Phoenician lyre Poll. 4.59. λυροφοινίκιον, τό, dim. zu λυροφοῖνιξ, Poll. 4.59.