About Report a problem

Menu

λυροφοῖνιξ

λυροφοῖνιξ, lyre

λῠροφοῖνιξ, ῑκος, ὁ,
  • kind of lyre, Juba 73:—Dim. λῠρο-φοινίκιον, τό, Poll. 4.59.

Saved

Recent