λυροφοῖνιξ
λυροφοῖνιξ, lyre
λῠροφοῖνιξ, ῑκος, ὁ,
- kind of lyre, Juba 73:—Dim. λῠρο-φοινίκιον, τό, Poll. 4.59.
λῠροφοῖνιξ -ῑκος, ἡ [λύρα , φοῖνιξ ] Phoenician lyre, a kind of lyre Iub. 84 Hsch.
λυρο·φοῖνιξ, ικος (ὁ) [ῠῑκ] sorte de lyre phénicienne, Juba (Ath. 175d, 183c).
Étym. λύρα, Φοῖνιξ.
λυροφοῖνιξ, ῑκος, ὁ, eine besondere Art der Lyra, Iuba bei Ath. IV.183d.