Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λύρτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λυρνησός
Λυρνησσίς
Λυρνησσός
λυρογηθής
λυρόδμητος
λυρόεις
λυροεργός
λυροθελγής
λυρόθεν
λυρόκτιτος
λυροκτυπέω
λυροκτύπης
λυροκτυπία
λυροκτυπίη
λυροκτύπος
λυρόκτυπος
λύρον
λυροπηγός
λυροποιέω
λυροποιητικός
λυροποιΐα
λυροποιϊκή
λυροποιικός
λυροποιϊκός
λυροποιός
λυροπώλης
λυρουργός
λυροφοινίκιον
λυροφοῖνιξ
λυρτός
λύρτος
λυρῳδέω
λυρώδης
λυρῳδία
λυρῳδός
Λύρων
λυρωνία
Λυσαγόρας
Λυσάνδρα
Λυσάνδρια
Λυσανδρίδας
Λύσανδρος
λυσανίας
Λυσανίας
Λυσανορίδας
Λυσαρέτη
Λύσειος
λυσέρως
Λυσεύς
Λύση
λυσήνωρ
Λυσιακός
λυσίαν
Λυσιάναξ
Λυσιάνασσα
Λυσίας
Λυσιάς
λυσίγαμος
λυσιγυῖα
Λυσιδίκη
λυσίδικος
…
λύρτος
Save
Pape
λύρτος
, τό, epirotisch = σκύφος, Ath. XI.500b.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}