λυροποιητικός
λυροποιητικός, skilled at making lyres
λῠροποι-ητικός, ή, όν,
- skilled at making lyres, Poll. 7.153; also -κή, ἡ, and Adv. -κῶς ibid.
λῠροποιητικός -ή -όν [λυροποιία] pertaining to lyre-making: ἡ λυροποιητική (τέχνη) the art of fashioning lyres Poll. 7.153 ◆ adv. λυροποιητικῶς according to the art of fashioning lyres Poll. 7.153.
λυροποιητικός, ή, όν, = λυροποιός, Poll. 7.153.