λυρῳδός Save LSJ Brill-Montanari Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape λῠρ-ῳδός, v. λυραοιδός. λυρῳδός see λυραοιδός. λυρῳδός, v. λυραοιδός. λυρῳδός zie λυραοιδός. λυρῳδός, ὁ, = λυραοιδός, Plut. Sull. 33 u. a.Sp.