λυτρών Save LSJ Brill-Montanari λυτρ-ών, ῶνος, ὁ, = ἀπόπατος 2, LXX 4 Ki. 10.27, AB 433. λυτρών -ῶνος, ἡ [λύτρον] latrine VT 2Kgs. 10.27.