λῃτουργέω Save LSJ Bailly 2024 Pape λῃτ-ουργέω, λῃτ-ουργία, λῃτ-ουργός, v. λειτ-. λῃτουργέω-ῶ, v. λειτουργέω. λῃτουργέω, alte attische Form für λειτουργέω, B.A. 277 u. die Atticisten.