Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λῃτήρ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λῄσταρχος
λῃστεία
λῄστειρα
λῃστεύω
λῃστήρ
λῃστήριον
λῃστής
λῃστικός
λῃστικῶς
λῆστις
λῃστογνώστης
λῃστοδιώκτης
λῃστοδίωκτος
λῃστοδόχος
λῃστοκτόνος
λῃστόκτονος
λῃστοπιαστής
λῃστοσαλπιγκταί
λῃστοσαλπιγκτής
λῃστοτροφέω
λῃστουργία
λῃστρικός
λῃστρικῶς
λῃστρίς
λῃστρών
λῄστωρ
λήσω
λῄταρχος
λῄτειρα
λῄτη
λῃτήρ
λῃτῆρες
λῆτο
Λητογένεια
Λητογενής
Λητοΐδης
Λητόϊος
λῇτος
λῃτουργ-
λῃτουργέω
λῃτουργία
Λητώ
Λητωϊάς
Λητωΐνη
Λητώϊος
Λητωΐς
Λητῷος
λήτωρ
ληφθῆναι
ληχμός
ληψιλογόμισθος
λῆψις
ληψοδοσία
ληψολιγόμισθος
λήψομαι
Ληώδης
λῖ
λι
λιάζομαι
λιάζω
λιαίνω
…
λῃτήρ
Save
Pape
λῃτήρ
, ῆρος, ὁ,
öffentlicher Priester
(λῇτος), Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}