λῃστοδιώκτης
λῃστοδιώκτης, latrunculator
λῃστο-δῐώκτης, ου, ὁ, =
- latrunculator, Gloss.
λῃστοδιώκτης -ου, ὁ [λῃστής , διώκω ] pursuer of robbers, policeman IoMal. Chron. 15 p. 383 etc.
λῃστοδιώκτης, latrunculator