Λητογένεια
Λητογένεια -ας, ἡ [Λητώ , γίγνομαι ] daughter of Leto, Artemis Aeschl. Sept. 148
● Dor. Λᾱτο-.
● Dor. Λᾱτο-.
Λητογένεια, dor. Λατογένεια, ας (ἡ) [ᾱ] Artémis, fille de Latone, Eschl. Sept. 148.
Étym. cf. le suiv.