λῄστειρα
λῄστειρα ναῦς, ἡ [λῃστήρ ] pirate ship Ael. N.A. 8.19.
λῄστειρα, ας, adj. f. : ναῦς, El. N.A. 8, 19, vaisseau de pirates.
Étym. fém. de λῃστήρ.
λῄστειρα, ἡ (fem. von λῃστήρ, Räuberinn), ναῦς, Raubschiff, Ael. H.A. 8.19.