μάραγδος
μάραγδος [μᾰ], ὁ,
- = σμάραγδος, IG ΙΙ(2).161 B 44, 199 B 59 (Delos, iii B.C.).
μάραγδος, ου (ὁ) [μᾰ] c. σμάραγδος, Mén. (Ath. 94b) ; Orph. Lith. 608.
μάραγδος, ὁ, = σμάραγδος, der Smaragd, Asclpds. 7 (XII.136); s. Meineke quaest. Men. p. 132. nach Ath. III.94b von μαρμαίρω.