μαραθροειδής Save Bailly 2024 Pape μαραθρο·ειδής, ής, ές [μᾰ] semblable à du fenouil, Diosc. 3, 156. Étym. μάραθρον, εἶδος. μαραθροειδής, ές, = μαραθοειδής, Diosc.