μάσασθαι
μάσασθαι,
- v. ἐπιμαίομαι. μάσδα, μασδός, Dor. for μᾶζα, μαζός.
μάσασθαι, aor. zu *μάω, betasten, Od. 11.591.
μάσασθαι
aor. infin. μαίομαι.