Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μέσκος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεσημβρινός
μεσήμβριον
μεσήμβριος
μεσημβριστός
μεσημερινός
μεσημέριος
Μεσήνη
Μεσηνία
Μεσηνιακός
Μεσήνιος
Μεσηνίς
μεσήπειρος
μεσηρεύω
μεσήρης
μέσης
Μέσης
μεσήτιος
Μέσθλης
μεσιάνη
μεσίδιον
μεσιδιόομαι
μεσίδιος
μεσιδιόω
μεσιτεία
μεσιτευτήριος
μεσιτεύω
μεσίτης
Μεσίτης
μεσῖτις
μεσίτρια
μέσκος
μέσμα
μεσοβασιλεία
μεσοβασίλειος
μεσοβασιλεύς
μεσόβιος
Μεσόβοα
μεσόβοιον
μεσόβραχυς
μεσόγαια
μεσόγαιος
μεσογάστωρ
μεσόγεια
Μεσόγειον
μεσόγειος
μεσογειότης
μεσογείων
μεσόγεως
μεσογεώτης
μεσογεωτικός
μεσογονάτιον
μεσογόνιον
μεσόγραφος
μεσοδάκτυλον
μεσοδάκτυλος
μεσοδερκής
μεσόδικος
μεσόδματα
μεσόδμη
μεσόδοκον
μεσοδόμη
…
μέσκος
Save
LSJ
μέσκος, ὁ,
= κῴδιον,
Nic.
Fr.
119.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}