μεσίδιος
μεσίδιος, middle
μεσίδι-ος, α, ον,
- = μέσος, [δικαστὴς] μ., = μεσίτης, Arist. EN 1132a23; ἄρχων μ. Id. Pol. 1306a28.
μεσ·ίδιος, ου (ὁ) [ῐδ] médiateur, arbitre, Arstt. Nic. 5, 4, 7 ; Pol. 5, 6, 13.
Étym. μέσος, ἴδιος.
μεσίδιος, poet. μεσσίδιος, in der Mitte stehend, vermittelnd, Arist. Pol. 5.6, δικασταί Eth. 5.4 ; die poet. Form führt Hesych. an.
μεσίδιος, poet. μεσσ-ος, η, ον
= μέσος, δικαστὴς μ.
= μεσιτής, Arist.