About Report a problem

Menu

μεσίδιος

μεσίδιος, middle

μεσίδι-ος, α, ον,
  • = μέσος, [δικαστὴς] μ., = μεσίτης, Arist. EN 1132a23; ἄρχων μ. Id. Pol. 1306a28.

Saved

Recent