μεσήμβριος Save LSJ Bailly 2024 μεσήμβρ-ιος, α, ον, = foreg. II, [ὕδατα] Ruf. ap. Orib. 5.3.17: μεσ·ήμβριος, α, ον, c. le préc. Ruf. (Orib. 1, 329 B.-Dar.).