μέσσαυλος
μέσσαυλος, μέσσαυλον, μεσσηγύ, μεσπιλ-γύς, v. μεσ-.
μέσσ·αυλος, v. μέσαυλος.
μέσσαυλος, ep. = μέσαυλος.
μέσσαυλος
ὁ
[μέσος + αὐλή.]
Etymologically, the middle part of the αὐλή, but used simply as= αὐλή.
- 1
In sense 1.a : ἀέκων ἔβη [λὶς] ἀπὸ μεσσαύλοιο Il. 17.112. Cf. Il. 11.548, Il. 17.657 : ὅτε οἱ
μέο σαυλον ἵκοντο ἡμέτεροι ἕταροι Od. 10.435 (app.= the αὐλή of Od. 9.184, etc.). - 2
In sense (2) Il. 24.29.
- 1
μέσσαυλος : mid-court, court, farmyard, Il. 17.112; cattle-yard, Il. 11.548.