μεσσηγυδορποχέστης
μεσσηγῠ-δορπο-χέστης,
- = ὁ μεσηγὺ δόρπου χέζων, Hippon. 127.
μεσσηγυ·δορπο·χέστης, v. *μεσηγυδορποχέστης.
μεσσηγυδορποχέστης, ὁ, Hippon. fr. 85 bei Eust. ὃς μεσοῦντος δείπνου πολλάκις ἀποπατεῖ, χέζει, ὡς πάλιν ἐμπίπλασθαι.