μεσσήρης Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape μεσσήρης, v. μεσήρης. μεσσίδιος· μέσος, ἶσος, Hsch. μεσσ·ήρης, v. μεσήρης. μεσσήρης -ες [μέσος, ἀραρίσκω] in het midden, centraal. μεσσήρης, ες, poet. = μεσήρης.