μακύνω
μακύνω, put off, delay
μακύνω, v. μηκύνω.
μακύνω, [ᾱ], dor. = μηκύνω, Pind. P. 4.286.
μᾱκῡνω
- 1put off, delay οὐδὲ μακύνων τέλος οὐδέν P. 4.286