μακών
μᾰκών,
- v. μηκάομαι. μάκων [ᾱ], μᾱκώνειον, μᾱκωνίς, v. μηκ-.
μακών, v. μηκάομαι.
μακών, part. aor. zu μηκάομαι.
μακών
aor. pple. μηκάομαι.
μακών : see μηκάομαι.