μαλακώδης
μαλακώδης, softish
μᾰλακ-ώδης, ες,
- softish, λίθος St.Byz. s.v. Μονόγισσα.
μαλακώδης, ης, ες [ᾰᾰ] c. μαλακός, Chrys. 6, 511 Migne.
Étym. μαλακός, -ωδης.
μαλακώδης, ες, = μαλακοειδής, ές, Sp.