μάργαρον
μάργαρον, pearl
μάργᾰρ-ον, τό,
- = μαργαρίτης, Anacreont. 22.14, PHolm. 10.17, 29.
μάργαρον, ου (τὸ) [γᾰ] perle, Paus. 8, 18, 12 ; Philstr. 913.
Étym. cf. μαργαρίτης.
μάργαρον, τό, = μαργαρίτης, Anacr. 22.14, Paul.Sil. 17 (V.270).
μάργαρον
μάργᾰρον, ου, τό,
= μαργαρίτης, Anacreont.