Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαργηλίς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μαραυγέω
μαραυγία
Μαράφιοι
Μάραφις
μαργαίνω
Μάργανα
Μαργανεύς
μαργαρίδης
μαργαρίς
μαργαρίσκον
μαργαριτάριον
μαργαρίτης
μαργαρῖτις
μαργαρῖτις λίθος
μαργαριτοφόρος
μαργαρογονία
μάργαρον
μάργαρος
μαργαροφορέω
μαργαροφορία
μαργαροφόρος
μαργαρώδης
μαργάς
Μάργασος
μαργάω
μαργέλλια
μαργέλλιον
μάργη
μαργήεις
μάργηλις
μαργηλίς
μάργης
Μαργιανή
Μαργιανός
Μαργιτεία
Μαργίτης
Μαργιτομανής
μαργιτομανής
μαργόομαι
μάργος
Μάργος
μαργοσύνη
μαργότης
μαργόω
Μαρδίων
Μάρδοι
Μαρδόνιοι
Μαρδόνιος
Μαρδόντης
μάρδος
Μάρδος
Μάρδων
Μαρέη
Μάρεια
μαρεινή
Μᾶρες
Μαρεῶτις
μάρη
μαρήγει
μαρήγω
Μάρης
…
μαργηλίς
Save
Bailly 2024
μαργηλίς,
ίδος
(
ἡ
)
perle,
Philstr.
700
.
Étym.
cf.
μάργαρον
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}