μεγαλορρημοσύνη
μεγᾰλο-ρρημοσύνη, ἡ,
- = foreg., LXX 1 Ki. 2.3, Philostr. Her. 2.19, Anon. ap. Suid. s.v. σεμνομυθοῦσιν.
μεγαλορρημοσύνη, ης (ἡ) [ᾰῠ] vantardise, Pol. 39, 3, 1 ; Spt. 1 Reg. 2, 3.
Étym. μεγαλορρήμων.
μεγαλορρημοσύνη, ἡ, Großsprecherei, Pol. 39.3.1 ; Schol. Eur. Hec. 624.