μεγαλόπτωχος
μεγαλόπτωχος, magnificently poor
μεγᾰλό-πτωχος, ὁ,
- magnificently poor, Διογένης τοὺς μεγάλα καὶ ἀθρόα λαμβάνοντας μεγαλοπτώχους ἐκάλει Stob. 3.10.62.
μεγαλό·πτωχος, ος, ον [ᾰ] misérable, mendiant, Stob. Fl. 53.
μεγαλόπτωχος, ein großer Armer, sehr arm, Stob.