μεγεθοποίησις
μεγεθοποίησις, enlargement
μεγεθο-ποίησις, εως, ἡ,
- enlargement, Gal. 19.448, Aët. 16.115.
μεγεθοποίησις, εως (ἡ) agrandissement, Gal. 2, 275.
Étym. μεγεθοποιέω.
μεγεθοποίησις, enlargement