μεγάτιμος Save LSJ Bailly 2024 Pape μεγά-τῑμος, ον, = μεγαλότιμος, Ael. VH 8.7. μεγά·τιμος, ος, ον [ᾰῑ] c. μεγαλότιμος, El. V.H. 8, 7. μεγάτιμος, [ῑ], = μεγαλότιμος, Ael. V.H. 8.7.