μεγήριτος
μεγήριτος, much contended for
μεγήρῐτος, ον, (ἐρίζω)
- much contended for, μ. τέκνα θεάων Hes. Th. 240 (with v.l. μεγήρᾰτα, (ἐρατός) passing lovely, which is prob. l. in Pancrat. Oxy. 1085.9).
μεγήριτος, s. s.v. μεγήρατος.