Μέγας
Μέγας, α (ὁ) [ᾱ] Mégas, h. Pd. N. 8, 27 (gén. Μέγα) ; 8, 75.
Étym. voc. Μέγα.
Μέγᾱς father of Deinis of Aigina.
- 1Δείνιος δισσῶν σταδίων καὶ πατρὸς Μέγα Νεμεαῖον ἄγαλμα N. 8.16 ὦ Μέγα, τὸ δʼ αὖτις τεὰν ψυχὰν κομίξαι οὔ μοι δυνατόν N. 8.44