μέγαρον
μέγαρον, a large room
- I large room, hall; esp.
- 1 the chief room in the Homeric palace, μ. πλεῖον δαιτυμόνων Od. 17.604, al.
- 2 womenʼs apartment, 18.198: pl., 17.569, 19.30.
- 3 bedchamber, 11.374.
- II in pl., house, palace, freq. in Hom., ἐνὶ (ἐν) μεγάροισι Il. 1.396, 418, al.: opp. ἐπʼ ἀγροῦ, Od. 22.47: later in sg., Pi. O. 6.2, P. 4.134.
- III sanctuary, shrine, freq. in Hdt. (whouses the word in thissense only), 1.47, 65, 2.143, 6.134.
- 2 tomb, Epigr. Gr. 453.2 (Batanaea).
- IV μέγαρα, τά, pits sacred to Demeter and Persephone, into which young pigs were let down in the Thesmophoria, Paus. 9.8.1, Porph. Antr. 6, Sch. Luc. DMeretr. 1:— also written μάγαρον, Men. 1031. (For sense IV cf. Hebr. mĕ`ārāh ‘cave’.)
-ου, τό.
- 1
The chief room of a house, the general living-room, the hall : ἐνὶ μεγάροισιν ἑκάστη πῦρ καιόντων Il. 8.520 : μέθυ νεῖμον πᾶσιν ἀνὰ μ. Od. 7.180. Cf. Od. 4.37, 300, Od. 7.230, Od. 11.420, Od. 16.343, Od. 21.229, etc.
In pl. in the same sense : ὁμάδησαν ἀνὰ μέγαρα Od. 1.365. Cf. Od. 4.238, Od. 8.242, Od. 11.334, Od. 15.77, Od. 18.183, Od. 22.172, etc.
Such a room in the abode of a god Il. 18.374.
In the hut of Achilles Il. 24.647.
Of the chief room in the hut of Eumaeus Od. 16.165.
So in pl. : παρήμενος ἐν μεγάροισιν Od. 17.521.
In pl. of such a room in the modest dwelling of Laertes Od. 24.392, 396, 412.
- 2
The house itself, one’s house or home : τρεῖς μοί (οἵ) εἰσι θύγατρες ἐνὶ μεγάρῳ Il. 9.144, 286. Cf. Il. 2.661, Il. 6.91, 272, 377, Il. 13.431, Il. 24.209 (at home) : ἴτω ἐς μ. πατρός Od. 1.276. Cf. Od. 1.270, Od. 4.744, Od. 7.65, Od. 13.377, Od. 16.341, Od. 22.370, etc.
In pl. in the same sense : πατρὸς ἐν μεγάροισιν Il. 6.428. Cf. Il. 1.418, Il. 2.137, Il. 6.421, Il. 13.667, Il. 15.439, Il. 24.219, etc. : τρέφε ναυσικάαν ἐν μεγάροισιν Od. 7.12. Cf. Od. 1.269, Od. 3.213, Od. 6.62, Od. 11.68, Od. 15.231, Od. 21.30, etc.
In pl. app. including the αὐλή: χῆνες ἐκέχυντο ἀθρόοι ἐν μεγάροις Od. 19.540. Cf. Od. 19.552.
In pl. of the abodes of the gods Il. 11.76, Il. 21.475 : Od. 1.27.
- 3
A chamber or set of chambers appropriated to the lady of a house and her maidens, the women’s quarters (cf. ὑπερώϊον
2) : τὴν εὗρʼ ἐν μεγάρῳ Il. 3.125 (the same as the θάλαμος of 142), μεγάροιο διέσσυτο Il. 22.460 (the same as the μυχὸς δόμου of 440) : ἐς μ. καλέασα Od. 1.416, ἦλθον ἀμφίπολοι ἐκ μεγάροιο (i.e. from the part of it from which they had been summoned) Od. 18.198. Cf. Od. 18.185, 316, Od. 19.60, Od. 20.6, Od. 21.236 = 382, Od. 22.497, Od. 23.43.In pl. in the same sense : πηνελόπειαν ἐνὶ μεγάροισιν ἄνωχθι μεῖναι Od. 17.569. Cf. Il. 6.286 : Od. 2.94= Od. 24.129, Od. 19.16, 30= Od. 21.387, Od. 19.139, Od. 22.399.
- 1
- a hall, palace χρυσέας ὑποστάσαντες εὐτειχεῖ προθύρῳ θαλάμου κίονας ὡς ὅτε θαητὸν μέγαρον πάξομεν O. 6.2 τοῖσι μὲν ἐξεύχετʼ ἐν ἄστει Πειράνας σφετέρου πατρὸς ἀρχὰν καὶ βαθὺν κλᾶρον ἔμμεν καὶ μέγαρον O. 13.62 καί ἦλθον Πελία μέγαρον P. 4.134 ἐπέγνω μὲν Κυράνα καὶ τὸ κλεεννότατον μέγαρον Βάττου δικαιᾶν Δαμοφίλου πραπίδων P. 4.280 οὐκ ἔραμαι πολὺν ἐν μεγάρῳ πλοῦτον κατακρύψαις ἔχειν N. 1.31
- b pl. pro s. οἵαν Βρομίου τελετὰν καὶ παρὰ σκᾶπτον Διὸς Οὐρανίδαι ἐν μεγάροις ἵσταντι Δ. 2. 8. αὐτίκα δʼ ἐκ μεγάρων Χίρωνα προσήνεπε φωνᾷ (sc. Ἀπόλλων, i. e. from his cave) P. 9.29
- Ia large room or chamber, esp. the hall, Od.
- 2the womenʼs apartment, Od.
- IIin pl. a house, palace, like Lat. aedes, because the house consisted of many rooms, Hom.; ἐν μεγάροις at home, Hom.
- IIIthe oracular chamber in the temple, the sanctuary, shrine, Hdt.; in this sense always, like Lat. aedes, in sg.
-
…ἐν μεγάροισιν · οἴη δʼ οὐκ εἴσειμι μετʼ ἀνέρας · αἰδέομαι γάρ. ὣς ἄρʼ ἔφη, γρηῢς δὲ διὲκ μεγάροιο βεβήκει ἀγγελέουσα γυναιξὶ καὶ ὀτρυνέουσα νέεσθαι. ἔνθʼ αὖτʼ ἄλλʼ ἐνόησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη · κούρῃ Ἰκαρίοιο κατὰ γλυκὺν ὕπνον…
Homer, Odyssey
-
…τε τελεύτησέν τε τὸν ὅρκον, καὶ τότʼ ἐγὼ Κίρκης ἐπέβην περικαλλέος εὐνῆς. ἀμφίπολοι δʼ ἄρα τέως μὲν ἐνὶ μεγάροισι πένοντο τέσσαρες, αἵ οἱ δῶμα κάτα δρήστειραι ἔασι · γίγνονται δʼ ἄρα ταί γʼ ἔκ τε κρηνέων ἀπό τʼ…
Homer, Odyssey
-
…. κούροισιν μὲν ταῦτʼ ἐπιτέλλομαι · αὐτὰρ οἱ ἄλλοι σκηπτοῦχοι βασιλῆες ἐμὰ πρὸς δώματα καλὰ ἔρχεσθʼ, ὄφρα ξεῖνον ἐνὶ μεγάροισι φιλέωμεν, μηδέ τις ἀρνείσθω. καλέσασθε δὲ θεῖον ἀοιδὸν Δημόδοκον · τῷ γάρ ῥα θεὸς πέρι δῶκεν ἀοιδὴν τέρπειν…
Homer, Odyssey
-
…τοιγὰρ ἐγὼν ἐρέω ὥς μοι δοκεῖ εἶναι ἄριστα. πρῶτα μὲν ἂρ λούσασθε καὶ ἀμφιέσασθε χιτῶνας, δμῳὰς δʼ ἐν μεγάροισιν ἀνώγετε εἵμαθʼ ἑλέσθαι · αὐτὰρ θεῖος ἀοιδὸς ἔχων φόρμιγγα λίγειαν ἡμῖν ἡγείσθω φιλοπαίγμονος ὀρχηθμοῖο, ὥς κέν τις φαίη γάμον…
Homer, Odyssey
-
…δὲ θύρην προσέφη τροφὸν Εὐρύκλειαν · δεῦρο δὴ ὄρσο, γρηῢ παλαιγενές, ἥ τε γυναικῶν δμῳάων σκοπός ἐσσι κατὰ μέγαρʼ ἡμετεράων · ἔρχεο · κικλήσκει σε πατὴρ ἐμός, ὄφρα τι εἴπῃ. ὣς ἄρʼ ἐφώνησεν, τῇ δʼ ἄπτερος…
Homer, Odyssey
-
…ἐσσί, γρῆυ, παλαιγενέων ἀνθρώπων ; τίπτε δὲ νόσφι πόληος ἀπέστιχες, οὐδὲ δόμοισι πιλνᾷς ; ἔνθα γυναῖκες ἀνὰ μέγαρα σκιόεντα τηλίκαι, ὡς σύ περ ὧδε καὶ ὁπλότεραι γεγάασιν, αἵ κέ σε φίλωνται ἠμὲν ἔπει ἠδὲ καὶ ἔργῳ…
NA, Homeric Hymns
-
…σπεῖσάν τʼ ἔπιόν θʼ ὅσον ἤθελε θυμός, βάν ῥʼ ἴμεναι κείοντες ἑὰ πρὸς δώμαθʼ ἕκαστος. αὐτὰρ ὁ ἐν μεγάρῳ ὑπελείπετο δῖος Ὀδυσσεύς, μνηστήρεσσι φόνον σὺν Ἀθήνῃ μερμηρίζων · αἶψα δὲ Τηλέμαχον ἔπεα πτερόεντα προσηύδα · Τηλέμαχε, χρὴ…
Homer, Odyssey
-
…τεύχεα κατθέσθην Ὀδυσεὺς καὶ φαίδιμος υἱός. ὣς εἰπὼν ἀνέβαινε Μελάνθιος, αἰπόλος αἰγῶν, εἰς θαλάμους Ὀδυσῆος ἀνὰ ῥῶγας μεγάροιο. ἔνθεν δώδεκα μὲν σάκεʼ ἔξελε, τόσσα δὲ δοῦρα καὶ τόσσας κυνέας χαλκήρεας ἱπποδασείας · βῆ δʼ ἴμεναι ,…
Homer, Odyssey
-
…ὄληται. αὐτὰρ ἐπεὶ τό γʼ ἄκουσε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος, αὐτίκʼ ἄρʼ ᾗ ἀλόχῳ ἠδὲ δμῳῇσι κέλευσε δεῖπνον ἐνὶ μεγάροις τετυκεῖν ἅλις ἔνδον ἐόντων. ἀγχίμολον δέ οἱ ἦλθε Βοηθοΐδης Ἐτεωνεύς, ἀνστὰς ἐξ εὐνῆς, ἐπεὶ οὐ πολὺ ναῖεν…
Homer, Odyssey
-
…μὲν κατέθηκε φέρων ἱερῷ ἐνὶ λίκνῳ, φόρμιγγα γλαφυρήν · ὃ δʼ ἄρα κρειῶν ἐρατίζων ἆλτο κατὰ σκοπιὴν εὐώδεος ἐκ μεγάροιο ὁρμαίνων δόλον αἰπὺν ἐνὶ φρεσίν, οἷά τε φῶτες φηληταὶ διέπουσι μελαίνης νυκτὸς ἐν ὥρῃ. ἠέλιος μὲν ἔδυνε κατὰ…
NA, Homeric Hymns