μεθαμέριος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape μεθᾱμέριος, Dor. for μεθημέριος. μεθ·αμέριος, v. *μεθημέριος. μεθαμέριος zie μεθημερινός. μεθαμέριος, [ᾱ], dor. statt μεθημέριος, Eur. Ion 1050.