μεδιμναῖος
μεδιμναῖος, holding a μέδιμνος
μεδιμν-αῖος, α, ον,
- holding a μέδιμνος, Hsch.:—also μεδιμν-ιαῖος, α, ον, GDI 4990 (Gortyn).
μεδιμναῖος, so groß wie ein μέδιμνος, Hesych.