μεθημέριος
μεθημέριος, during the day
μεθημέριος, Dor. μεθ-ᾱμέριος, ον,
- = foreg., ἔφοδοι E. Ion 1050 (lyr.).
*μεθημέριος, dor. μεθαμέριος, ος, ον [ᾰ] c. le préc. Eur. Ion 1050.
μεθημέριος, = μεθημερινός, ἔφοδοι, Eur. Ion 1049.
μεθημέριος
μεθ-ημέριος, ον
= ημερῐνός, Eur.