μεθοδευτέον
μεθοδευτέον, one must conduct
μεθοδ-ευτέον,
- one must conduct, διὰ παραδείγματος τὸ σκέμμα Sch. Pl. Lg. 627a; τὴν ἐμβολὴν ὃν τρόπον ὑπογέγραπται Apollon.Cit. 1.