μεταίτης
μεταίτης, a beggar
μεταίτ-ης, ου, ὁ,
- beggar, Ph. 2.516, Luc. Nec. 15 (s.v.l.), Artem. 3.53.
μεταίτης, ου (ὁ) mendiant, Luc. Men. 15 ; Artém. 3, 53.
Étym. μεταιτέω.
μεταίτης, ὁ, der Bettler, Luc. Necyom. 15.
μεταίτης
from μεταιτέω
μεταίτης, ου, ὁ,
- a beggar, Luc.