Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεταξωτός
μεταξωτός, of silk
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετανάστιος
μετανάστις
μετανάστρια
μεταναφέρω
Μετάνειρα
μετανέμω
μετανέομαι
μετανέρχομαι
μετανθέω
μετανίζω
μετανιπτρίς
μετάνιπτρον
μετανίσομαι
μετανίσσομαι
μετανίστημι
μετανοέω
μετανόημα
μετανοητικός
μετάνοια
μεταντλέω
μέταξα
μεταξάβλαττα
μεταξάριος
μετάξιον
μέταξον
μεταξύ
μεταξυλογέω
μεταξυλογία
μεταξύτης
μεταξυτριγλύφιον
μεταξωτός
Μέταπα
μεταπαθῶς
μεταπαιδαγωγέω
μεταπαιδεύω
μεταπαιδιά
μεταπαιφάσσομαι
μεταπαραδίδωμι
μεταπαράδοσις
μεταπαραλαμβάνω
μεταπαραλλάσσω
μεταπαρατίθημι
μεταπαύομαι
μεταπαυσωλή
μεταπείθω
μεταπειράομαι
μεταπείρω
μεταπειστός
μεταπεμπτέος
μετάπεμπτος
μεταπέμπω
μετάπεμψις
μεταπερισπάω
μεταπεσσεύω
μεταπέταμαι
μεταπέτομαι
μεταπεττεύω
μεταπήγνυμαι
μεταπήγνυμι
μεταπηδάω
μεταπήδησις
…
μεταξωτός
Save
μεταξωτός, of silk
LSJ
μεταξωτός, ή, όν, (μέταξα)
of silk,
ὕφασμα
Hdn.
Epim.
125.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}