μικροφιλοτιμία
μικροφιλοτιμία, petty ambition
μικρο-φῐλοτῑμία, ἡ,
- petty ambition, Thphr. Char. 23 tit.
μικροφιλοτιμία, ας (ἡ) [φῐτῑ] ambition des petites choses, Th. Char. 23.
Étym. μικροφιλότιμος.
μικροφιλοτιμία, [τῑ], ἡ, kleinliche Ruhmsucht, Theophr. char. 23.
μικροφιλοτιμία
μῑκροφῐλοτῑμία, ἡ,
- petty ambition, Theophr. from μῑκροφῐλότῑμος