μικρόφυλλος
μικρόφυλλος, with small leaves
μικρό-φυλλος, ον,
- with small leaves, ποίη, παρθένιον τὸ μ., Hp. Ulc. 14 (σμικρόφυλλον, τό, Id. ap. Gal. 19.128).
μικρό·φυλλος, ος, ον, qui a de petites feuilles, Diosc. 2, 214.
Étym. μ. φύλλον.
μικρόφυλλος, kleinblättrig, Sp.