Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μικροστόμιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μικροπολιτικός
μικροπολῖτις
μικροπόνηρος
μικρόπος
μικρόπους
μικροπρέπεια
μικροπρεπεύομαι
μικροπρεπής
μικροπρόσωπος
μικρόπτερα
μικροπτέρυξ
μικροπύρηνος
μίκρορραξ
μικρόρραξ
μικρόρριν
μικρόρρις
μικρορροπύγιος
μικρόρρωξ
μικρός
μικρόσαρκος
μικροσιτία
μικρόσιτος
μικροσκελής
μικρόσκελος
μικρόσοφος
μικροσπέρματος
μικρόσπερμος
μικρόσπλαγχνος
μικρόσταχυς
μικρόστηθος
μικροστόμιος
μικρόστομος
μικρόσφαιρον
μικρόσφυγμος
μικροσφυκτέω
μικρόσφυκτος
μικροσφυξία
μικρόσχημος
μικροσχήμων
μικροτερπής
μικροτέχνης
μικροτεχνία
μικρότης
μικροτοκιστής
μικρότοπος
μικροτράπεζος
μικροτράχηλος
μικρότριχος
μικροφάγος
μικροφανής
μικρόφθαλμος
μικροφιλοτιμία
μικροφιλότιμος
μικροφροσύνη
μικρόφρων
μικροφυής
μικροφυΐα
μικρόφυλλος
μικροφωνία
μικρόφωνος
μικροχαρής
…
μικροστόμιος
Save
Bailly 2024
μικρο·στόμιος,
ος, ον,
c. le suiv.
Antyll.
(
Orib.
3, 631 B.-Dar.
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}