μισοπροσήγορος Save LSJ Pape μῑσο-προσήγορος, ον, = ἀπροσήγορος, Poll. 5.138. Adv. -ως ib. 139. μισοπροσήγορος, [ῑ], = ἀπροσήγορος, Poll. 5.138.