μισοποιέω Save μισοποιέω, hate LSJ Bailly 2024 μῑσο-ποιέω, hate, Aq. Ps. 80(81).16. μισοποιέω-ῶ [ῑ] rendre odieux, Aqu. Ps. 80, 16. Étym. μισοποιός.