μισοστρατιώτης
μισοστρατιώτης, the soldier’s enemy
μῑσο-στρᾰτιώτης, ου, ὁ,
- the soldierʼs enemy, Poll. 1.179.
μισοστρατιώτης, [μῑ], ὁ, Soldatenfeind, Poll. 1.179.
μισοστρατιώτης, the soldier’s enemy