μισοπαθές Save LSJ Bailly 2024 μῑσο-πᾰθές, τό, = ὠκιμοειδές, Ps.-Dsc. 4.28. μισο·παθές (τὸ) [ῑᾰ] autre n. de la plante ὠκιμοειδές, Diosc. Noth. p. 464 (4, 28).