μυδάζομαι
μῠδάζομαι,
- = μυσάττομαι, ἐμυδάξατο f.l. for ἐμυσάξατο, Nic. Al. 482.
μυδάζομαι [ῠ] c. μυσάττομαι, Nic. Al. 482.
μυδάζομαι, = μυσάττομαι, ἐμυδάξατο statt ἐμυσάξατο Nic. Al. 482, aber die Lesart ist zw.